You are currently viewing Π.Νίκας: Το λυκόφως της περιφερειακής αυτοδιοίκησης

Π.Νίκας: Το λυκόφως της περιφερειακής αυτοδιοίκησης

Είναι γνωστό πως οι αιρετές περιφέρειες συνδέονται με τη διοικητική μεταρρύθμιση του ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ (ν. 3852/10) και ξεκίνησαν τη λειτουργία τους τον Ιαν./2011, με ελπίδες για την ανασυγκρότηση και τον εκσυγχρονισμό του κράτους μας. Ο σκοπός τους ήταν η αποκέντρωση των εξουσιών, η ορθολογική διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων, ο σχεδιασμός έργων υπερτοπικής σημασίας και κυρίως η περιφερειακή ανάπτυξη.

            Δεκαπέντε χρόνια μετά, η αντικειμενική διαπίστωση είναι πως κανένας από τους παραπάνω σκοπούς δεν ικανοποιήθηκε και αυτό με ευθύνη των αλλεπάλληλων κυβερνήσεων, αλλά και κάποιων περιφερειαρχών, που ελκύονταν  από την άσκηση προσωπικής πολιτικής. Το κεντρικό κράτος αρνείται,  στην πράξη, την αποκέντρωση και την εκχώρηση ουσιαστικής εξουσίας σε περιφερειακά όργανα, με πολλά και συγκεκριμένα στοιχεία να το αποδεικνύουν.

            Το πρώτο είναι πως στη 15ετία λειτουργίας του θεσμού, η παρουσία του κράτους στην περιφέρεια  ενισχύθηκε, αφού το σύνολο των υπουργείων δημιούργησαν υπηρεσίες στις έδρες των Νομών (αλήθεια, γιατί καταργήθηκε αυτός ο ιστορικός όρος;) και επιπλέον θεσμοθετήθηκε η κρατική περιφέρεια ως ελεγκτικός μηχανισμός και όχι μόνο. Υπάρχουν, δηλαδή, στην πράξη δύο (!) περιφερειάρχες(αιρετός και κρατικός).

            Από την άλλη, ο ρόλος  του περιφερειακού συμβουλίου υποβαθμίζεται συνεχώς, οι αρμοδιότητές του είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτες και οι συνεδριάσεις του κυριαρχούνται από ατέρμονες συζητήσεις για γενικά ή επίκαιρα πολιτικοκοινωνικά θέματα και  αναποτελεσματικά ψηφίσματα.

            Βέβαια, ο αιρετός περιφερειάρχης ως μονοπρόσωπο όργανο έχει  από το νόμο το σύνολο των ουσιαστικών αρμοδιοτήτων και ιδιαίτερα αυτών που συνδέονται με την κατανομή των ευρωπαϊκών πόρων ( ΕΣΠΑ κλπ) και του προγράμματος των δημοσίων επενδύσεων (ΠΔΕ). Στη στρατηγική, στις επιλογές και τις χρηματοδοτήσεις έργων έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα, χωρίς καμία δυνατότητα παρέμβασης από το περιφερειακό συμβούλιο, τους δήμους, τα επιμελητήρια ή τους βουλευτές της περιφέρειας. ΟΙ επιλογές και οι χρηματοδοτήσεις έργων και δράσεων επαφίενται αποκλειστικά στη γνώση, την κρίση, τη συνεργασία και την όποια δυνατότητά του για την αντικειμενική αξιολόγηση αναγκών.

            Ο περιφερειάρχης επικουρείται (;) από τους περιφερειακούς συμβούλους του, που, στο σύνολό τους (!) είναι πλουσιοπάροχα αμειβόμενοι, δηλαδή απολύτως ελεγχόμενοι, με αδιανόητη από την πλευρά τους την έκφραση προσωπικής άποψης και θέσης, αντίθετη με αυτή του περιφερειάρχη.

            Οικονομική αυτοτέλεια, λοιπόν, στην περιφέρεια δεν υπάρχει, το περιφερειακό συμβούλιο δεν έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες και η παρουσία του κράτους στην περιφέρεια αυξάνεται συνεχώς, αντί να μειώνεται. Δυστυχώς, η αιρετή περιφέρεια είναι μόνο  στο όνομα αυτοδιοίκηση, ουσιαστικά αποτελεί κυβερνητικό ή κομματικό μηχανισμό και προφανώς αδυνατεί να επιτελέσει τους σκοπούς, για τους οποίους θεσμοθετήθηκε.

            Είναι, επίσης, αλήθεια πως στα συνέδρια των περιφερειών αρκετοί σύνεδροι (όπως και ο γράφων) έθεταν το θεσμικό πρόβλημα, διακήρυσσαν την υποβάθμιση, διατύπωναν προτάσεις  για την ενίσχυση του θεσμού και την υλοποίηση των προβλέψεων του ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ. Μάταια, όμως!

            Η  υποκρισία για τη δήθεν περιφερειακή αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να συνεχισθεί, γιατί μόνο σύγχυση και χάος δημιουργεί στην ευρύτερη κρατική λειτουργία. Η περιφερειακή αυτοδιοίκηση ή ενισχύεται θεσμικά και οικονομικά (το σωστό) ή καταργείται. Στη δεύτερη περίπτωση ενισχύονται  πολλαπλώς οι δήμοι και ανακατανέμονται γεωγραφικά. Ο δεύτερος βαθμός αυτοδιοίκησης εκφράζεται από  περιφερειακό συμβούλιο, με συμμετοχή βουλευτών, επιμελητηρίων και δήμων με έμμεση εκλογή και με αποφασιστικές  αρμοδιότητες στη στρατηγική και τις κατανομές των πόρων για έργα και δράσεις. Ο κρατικός περιφερειάρχης έχει τον συντονισμό και την εποπτεία της όλης διοίκησης στην περιφέρεια. Τελικά, η ευθεία και ανυπόκριτη πολιτική είναι πάντοτε για τη διοίκηση και την χώρα η σωστή πολιτική.